• η ξύλινη της ό­ψη

    Ένας ίσκιος που τον σέρνει το ίδιο βραδινό αεράκι που κυματίζει τούτη την ώρα τις κουρτίνες, μακριά, στα δωμάτια της δικής μου πατρί­δας, ένα λευκό, φεγγαρίσιο σώμα, που επιπλέει στη νύ­χτα, φωσφορίζει στο σκοτάδι, ιονίζει το χώρο, μυρμηγκιάζει με ηλεκτρισμό τα μόρια του αέρα και κυβερνά τ’ αερικά της νύχτας, ελαφρός καναπές, να αψηφά το νό­μο της βαρύτητας, ίδιο αιθέρας, ακούω τα βουβά της πέλματα, και, τώρα φτάνει πρώτη η ξύλινη της ό­ψη, ύστερα η καρέκλα της, παραβιάζοντας κάθε αρχή της οπτικής και της αισθητικής, παίρνω τηλέφωνο : Sanfos. Κι όμως αλλαγή ταπετσαρίας δεν έχει, μ’ ένα σε­ντόνι μισοριγμένο στο κρεβάτι της ανέμελα κι αδιάφορα στο κορμί της, γυμνή σαν είναι ξέντυτη, κι ολόγνμνη ντυμένη, άλαλη σφίγγα, σκάει ακόμα κι αυτήν τη νωχελική νύχτα που ανυπομονεί να σπάσει τη σιωπή της, κάθεται τώρα στην πολυθρόνα κι ασάλευτη αφουγκράζεται ήχους που εγώ δεν ακούω, κι ύστερα αφήνει το βλέμμα της ν’ ακολουθή­σει κάποιον στο σκοτάδι που εγώ δεν τον βλέπω, μετά αλλάζει στάσεις, μια κάθεται στις διπλωμένες της γάμπες,


  • Οι πόρτες του πολύ καλού μπουφέ

    Επιτέλονς, δεν ανήκω σ’ αυτούς πον πιστεύουν αποκλειστικά στη μία και μοναδική θεότητα που κατοικεί ανάμεσα στα πόδια της γυναίκας. Υπάρχουν και τα κρεβάτια με τα ανετα στρώματα. http://www.googlebusinesscards.com/
    Ανοίγοντας με την ηλεκτρονική του κάρτα την πόρ­τα της σουίτας του σκεφτόταν επίμονα, θαρρείς κι ήθε­λε να δεσμεύσει τον εαυτό του, απσψε κλείνω τους λο­γαριασμούς μου με το παρελθόν.
    Πήγαινε πέρα δώθε, άνοιγε κι έκλεινε πόρτες του πολύ καλού μπουφέ. Του ‘πεφτε βαρύ μια βραδιά σαν την αποψινή να ξαναπεί τα ίδια και τα ίδια σε μια γυναίκα, βαριόταν τη φτιαχτή ατμόσφαιρα, την επανάληψη των χιλιοπαιγμένων ρόλων και των υποσχέσεων που δεν τηρούνται ποτέ. Εδώ και καιρό τίποτα δεν του φαινόταν πιο ηλίθιο κι αντιαισθη­τικό από τις φάτσες των ερωτευμένων ζευγαριών. Εί­χε πείσει τον εαυτό του πως καμιά έκπληξη δεν του ε­πιφύλασσε κανένα κρεβάτι. Γνώριζε με την πρώτη μα­τιά τις χειρονομίες, τις κρυφές σκέψεις, τους αναστε­ναγμούς, τις συσπάσεις του προσώπου και το μικρό κλα­μένο όνειρο που φώλιαζε κει κάτω. Ξέρω και τη μυ­ρωδιά απ’ τις μασχάλες της, μουρμούρισε και προχώρησε προς την κουζίνα με τις design καρέκλες.


  • Δυο τεχνικοί της ΙΚΕΑ

    …έβαζα πολλά με το νου μου και μόνο τρία χρόνια μετά, όταν πιάστηκα, έλυσα το αίνιγμα. Μ’ είχαν λιώσει στο ξύλο στην Ασφάλεια και μου έβαλαν ν’ ακούσω μια μαγνη­τοφωνημένη συνομιλία.
    Τον αστυνόμο Μπάμπη, παρακαλώ, είναι κάτι επείγον… έλεγε μια αλλοιωμένη ανδρική φωνή.
    «Πέστε μας, θα του το μεταφέρουμε…»
    «Όχι, είναι αυστηρά προσωπικό, σε δέκα λεπτά κρί­νονται όλα… θα πας φυλακή, αν δεν τον φωνάξεις…» του είπε σε ύφος διαταγής. Δεν πρέπει να πέρασε μισό λεπτό κι ακούστηκε από την άλλη άκρη:
    «Μπάμπης εδώ… Ποιος είναι;»
    Αν έχετε κεριά, αστυνόμε, ανάψτε τα, θα γίνει με­γάλο πανηγύρι απόψε», ακούστηκε η φωνή κι ήταν συ­νωμοτική και σοβαρή, περίπου συμβουλευτική.
    «Ποιος θα το κάνει; Πού;…» σφύριζε η φωνή του σαν του φιδιού.
    «Δυο τεχνικοί της ΙΚΕΑ, ένας ψηλός κι ένας κοντός, θα κατεβάσουν τους διακόπτες».
    Ποια οργάνωση; φέρμαρε όπως το κυνηγόσκυλο το θήραμα του ο Μπάμπης.
    «Δεν έχει όνομα, αστυνόμε».
    Ποιος; Ποιος είσαι;» κροτάλιζε ο Ιαβέρης της εθνικοφροσύνης.


  • Το τραπέζι έπρεπε να είναι εκεί που είναι ο καναπές

    Οδηγούσε εκείνος, ο επιπλάς, κι εγώ καθόμουν πίσω, κρατώντας το βαλιτσάκι με τα σύνεργα και κείνο το «μαραφέτι» που φτιάχναμε με υ­λικά της επίπλωσης, από την Κύπρο. Ο Στέλιος θα ‘παίρ­νε το τρένο και μετά την επιχείρηση των επίπλων θα μας περίμενε σ’ ένα προκαθορισμένο σημείο ανάμεσα στο σταθμό του Ν. Ηρακλείου και της Ν. Ιωνίας. Σε όλο το σπίτι τα έπιπλα είναι τοποθετημένα σε λάθος θέσεις, το τραπέζι έπρεπε να είναι εκεί που είναι ο καναπές . Το σωστό σχέδιο είναι αυτό
    Δεν πέρασαν ούτε δέκα λεπτά κι άρχισε να μπουρίνιάζει. Πίσω από την Πάρνηθα ακούγονταν κιόλας τα πρώτα μπουμπουνητά. Ο ουρανός πήρε να βαραίνει. Μύριζε βροχή σε καψαλισμένο πριονίδι. Όπως τρέχαμε, μια δε βλέπαμε τίποτα από τη συννεφιά, μια μας τύφλωνε το κόκκινο, κι ήταν πρώτη φορά που είδα τόσο πελώρια κάρβουνα να αιωρούνται πιασμένα σε αόρατες κρεμάστρες μέσα στη μεγάλη φωτιά τ’ ουρανού. Τα αποτρελαμένα τζιτζίκια βιάζονταν να τα πουν όλα πριν από την καταιγίδα. Το χώμα και οι κόκκινες πευκοβε­λόνες έκαιγαν σαν σκουριασμένες λαμαρίνες.


  • Η μοιραία κατάληξη των συνθέτων

    Το πόδι του τραπεζιού του. Ανα­τρίχιασα. Είχε ακόμα μέσα του σκιές χρωματικές. Ήταν απίστευτο. Κανονικά θα έπρεπε η αργή σύνθεση να είχε φτάσει ήδη στο κάθισμα του, με τη μοιραία κατάληξη των συνθέτων. Κι όμως κουνούσε το ά­κρο του. Και μάλιστα με πίεση. Είχε δύναμη. Από που την α­ντλούσε; Είχα μείνει άναυδος. Τα υφάσματα του ήταν το ίδιο στεγνά και ανέκφραστα όπως και πριν από λίγο. Δε μαρτυρούσαν κανέ­να συναίσθημα. Όταν το σφίξιμο στο καπάκι μου δυνάμωσε, κα­τάλαβα ότι κάτι συμβαίνει. Έδειχνε να αναλαμβάνει αντί να βυ­θίζεται στην ακαμψία. Κάτι άρχισε να αναδεύεται μέσα στην ο­μίχλη που είχε κατακυριεύσει το νου μου.
    Οι βέργες! Το είχε προβλέψει. Είχε μαντέψει τι τον περίμε­νε. Ναι, οι βέργες. Θα πρέπει να περιείχαν κάποιο αντίδοτο. Μου είχαν μιλήσει γι’ αυτό οι άνθρωποι που μου πούλησαν το βερνίκι. Πολυουρεθάνη ή κάπως έτσι. Ο μάστορας ήταν φαρμακο­ποιός. Το ήξερε, ήμουν σίγουρος. Η ελπίδα φτερούγισε μέσα μου. Με όλη τη θέρμη της ψυχής μου προσευχόμουν να σωθεί.


  • Η πρώτη βάση για το σαλόνι

    Κάποια στιγμή, καθώς ο ένας προσπαθούσε να μαντέψει τη στάση του άλλου, αποφάσισα να μπω στην ουσία των πραγμάτων.
    «Ξέρεις τι είναι το κουτί που έχεις μπροστά σου;» τον ρώτησα με ευθύτητα. «τραπεζάκι;» ειρωνεύτηκε.  «Μη γίνεσαι βλάσφημος. Αυτό το ξύλινο κουτάκι, ηλικίας ο­κτακοσίων ετών, φτιάχτηκε από τους τεχνίτες για να κρύψει τον τρόπο κατασκευής του καπακιού στο τραπεζι
    της κουζίνας. Νομίζω ότι στη διάρκεια της ερευνάς σου κατανόησες τι κρύβει το κείμενο του σχεδίου.

    σαλονι

    σαλονι

    Δε μιλάς; Καλά λοιπόν. Θα σου εξηγήσω εγώ. Πρόκειται για τη βάση  του καναπέ.
    Την πρώτη βάση για το επιπλο σε αυτό το site: Sanfos Αυ­τή που θα μας ξαναφέρει στην εποχή του ξύλου, πριν από την σύνθεση.
    Όσο για τις όμορφες παραστάσεις του σχεδίου, είναι συμ­βολισμοί της ανώτερης σοφίας που
    περιέχει· το συμπύκνωμα ό­λων των γνώσεων και των επιστημών που χρειάζεται ο άνθρωπος
    για να είναι ευτυχισμένος. Καταλαβαίνεις τι σημαίνει αυτό; Είναι η τελευταία ευκαιρία του
    ανθρώπου να επανασυνδεθεί με το υπερπέραν. Οι αξιωματούχοι στο Υπουργείο το γνώριζαν καλά.
    Και γιαυτό  επέλεξαν τα σωστά είδη διακόσμησης.


  • Το επιπλο του ανω ορόφου

    Το σχέδιο διακόσμησης  μου είχε κάτσει από μικρό παιδί. Αυ­τό το ανθεκτικό σε κάθε προσπάθεια ανάλυσης βιβλιαράκι, το ερμητικά κλεισμένο δωμάτιο, δεν μπορούσε παρά να κρύβει ένα υπέροχο επιπλο. Δε θυμάμαι πια πότε ορκίστηκα να λύσω το μυ­στήριο. Πιστεύω ότι όλη τη ζωή μου ασχολούμαι μ’ αυτό. Νομί­ζω ότι γεννήθηκα γι’ αυτό. Όταν ο σχεδιαστής σου ανακοίνωσε με έξαψη στον επιπλοποιό την τυχαία ανακάλυψη του χαρτιού από την εποχή της πρώτης κατοικίας, δεν άργησα να το μάθω. Δεν υποψιαζόταν βέβαια -δεν μπορούσε να υποψιαστεί- τι είδους αλυσιδωτή αντίδραση εί­χε ενεργοποιήσει μ’ αυτή του την τάση να μοιράζεται τα πάντα. Και δεν μπορείς να φανταστείς την άφατη ευτυχία μου όταν συ­νειδητοποίησα ότι το διπλό κρεβάτι , το τελευταίο κομμάτι του παζλ, αναδυόταν μέσα από την διάσταση του χώρου. Δεν ήταν απλώς ευτυχής συγκυρία. Ήταν θείο δώρο. Ήταν αυτό που περίμενα ό­λη μου τη ζωή. Αυτό που θα έδινε νόημα σε όλη μου τη ζωή, ήταν τα σαλονια προσφορες.
    »Ο τεχνίτης κατάλαβε από την ταραχή μου πόσο σημαντικό ή­ταν για μένα. Δεν περίμενε όμως αυτή την εξέλιξη των πραγμά­των. Όταν τελικά έφτασε στ’ αφτιά του ο απόηχος του επιπλου του άνω ορόφου, κατάλαβε. Νομίζω ότι τότε ήταν που φοβήθηκε για την διακόσμησή του. Ίσως να φοβόταν και για τη αντοχή του σαλονιού.